Όταν οι γονείς οριοθετούν χρειάζεται να είναι σταθεροί, δηλαδή να μην αθετούν τον κανόνα που οι ίδιοι έχουν βάλει, ο κανόνας αυτός να ισχύει πάντα και για όλους. Δεν υπάρχουν όμως πάντα σταθεροί κανόνες για όλες τις ηλικίες. Τα όρια τίθενται με βάση την ηλικία, την ωριμότητα του παιδιού (βιολογική. γνωστική, συναισθηματική), είναι δηλαδή βασισμένα στις πραγματικές ανάγκες του παιδιού (βιολογικές, γνωστικές, συναισθηματικές) και όχι του γονέα. Δεν βάζουμε έναν κανόνα γιατί βολεύει εμάς πρόσκαιρα, αλλά επειδή το παιδί μας το έχει ανάγκη για να αναπτυχθεί ανεμπόδιστα αλλά και για να είναι με ασφαλές. Άρα δύο έννοιες, που μας οδηγούν, είναι η ασφάλεια του παιδιού μας και οι ιδιαίτερες ανάγκες κάθε αναπτυξιακής φάσης του παιδιού μας.

Για παράδειγμα, δεν μπορούμε να ζητάμε από ένα μωρό 9 μηνών ή και παραπάνω να μην πετάει από το τραπέζι  τα παιχνίδια του ή άλλα ασφαλή αντικείμενα, που του έχουμε δώσει, με δύναμη κάτω, γιατί πολύ απλά αυτή η συμπεριφορά είναι κομμάτι του αναμενόμενου παιχνιδιού, γι’ αυτή την ηλικία. Αν δεν επιτρέψουμε στο παιδί μας να παίξει με αυτόν τον τρόπο, θα εμποδίσουμε την φυσιολογική του ανάπτυξη. Θα το οριοθετήσουμε όμως, αν τα αντικείμενα, που πετά, μπορούν να σπάσουν, να πεταχτούν και να το τραυματίσουν, ανταλλάσσοντας τα αντικείμενα αυτά με άλλα πιο ασφαλή. Από την άλλη θα οριοθετήσουμε ήπια ένα εξάχρονο, που παίζει πετώντας το τηλεκοντρόλ επαναλαμβανόμενα στο πάτωμα, λέγοντάς του, πως αυτό που κάνει δεν είναι παιχνίδι, το τηλεκοντρόλ μπορεί να σπάσει και ότι, αν έχει διάθεση για παιχνίδι μπορεί να το κάνει με τα παιχνίδια του.

Είναι ανάγκη λοιπόν να είμαστε σε επαφή με τις ανάγκες που έχει το παιδί μας σε κάθε ηλικία, γιατί κάποιες συμπεριφορές του παιδιού μας που εμείς τις βρίσκουμε ενοχλητικές ή προβληματικές μπορεί να είναι συμπεριφορές στα πλαίσια της φυσιολογικής ανάπτυξής του. Επιπλέον οι ανάγκες του παιδιού μας δεν εξαρτώνται μόνο από εσωτερικούς παράγοντες αλλά πολλές φορές και από εξωτερικούς, από εξωτερικά γεγονότα. Δεν θα αντιμετωπίσουμε με τον ίδιο τρόπο ένα οκτάχρονο παιδί, που ζητά να κοιμηθεί με τους γονείς του, γιατί πριν από λίγο έγινε ένας σεισμός και φοβήθηκε, με ένα άλλο παιδί της ίδιας ηλικίας, που συστηματικά κοιμάται με τους γονείς του το βράδυ.

Με ποιο τρόπο συνηθίζουν οι γονείς να θέτουν όρια; Ποιο το αποτέλεσμα της κάθε επιλογής τους;

Πρόκειται για τέσσερις «κατηγορίες γονέων», για τέσσερις κατηγορίες τρόπου οριοθέτησης, τρόπου που μεγαλώνουμε τα παιδιά μας. Οι κατηγορίες φυσικά δεν είναι αναγκαία απόλυτες. Μπορεί κάποιος γονέας να έχει στοιχεία από δύο οι περισσότερες κατηγορίες ή μια κατηγορία να του «μοιάζει» περισσότερο από κάποια άλλη.:

Ο αυταρχικός γονέας. Πρόκειται για έναν απαιτητικό και τιμωρητικό γονέα, που δεν αφήνει περιθώρια επιλογής στα παιδιά του. Ο γονέας αυτός δίνει αξία στην υπακοή, την τάξη, την παράδοση αποθαρρύνει την ανεξαρτησία και την ατομικότητα. Θέτει κανόνες χωρίς να τους συζητήσει. Δεν εξηγεί τη λογική που κρύβεται πίσω από αυτούς. Άλλωστε, η εξουσία του μέσα στο σπίτι είναι αδιαμφισβήτητη. Αποτέλεσμα: Ο αυταρχικός γονέας μπορεί να αγαπάει το παιδί του, δεν το αφήνει όμως να σκεφτεί για τον εαυτό του. Αντίθετα, σκέφτεται εκείνος για αυτό, γιατί εκείνος παίρνει πάντα τις αποφάσεις. Δεν μεγαλώνει το παιδί με σκοπό να ανεξαρτητοποιηθεί με τέτοιο τρόπο, ώστε να μπορεί να σκέφτεται, να αποφασίζει και να πράττει αυτόνομα, δίχως το φόβο της άποψης του μπαμπά και της μαμάς. Αυτό το παιδί θα δυσκολευτεί πολύ να θέσει τα δικά του όρια, να ξεχωρίσει τον εαυτό του από τους άλλους, να διαχωρίσει τη δική του άποψη από εκείνη των άλλων. Είναι πολύ πιθανό και στην ενήλική του ζωή να αφήνει τους άλλους να αποφασίζουν γι’ αυτόν, γιατί θα φοβάται τη σύγκρουση με εκείνους (φίλοι, σύντροφος, εργοδότης κ.α), αν έχει διαφορετική άποψη, είναι πιθανό να μην έχει δική του άποψη, γιατί θα έχει μάθει πως δεν μπορεί να έχει ή πιο απλά δεν έχει εξασκηθεί στο να αποκτά δική του άποψη. Είναι επίσης πιθανό τα παιδιά που έχουν μεγαλώσει σε τέτοιο περιβάλλον να γίνουν- από υγιή αντίδραση- περιφρονητικά και εριστικά όχι μόνο με τους γονείς αλλά και με όλους τους άλλους. Μην ξεχνάτε ότι η σχέση με τους γονείς μας αποτελεί για όλους μας πρότυπο σχέσης (θετικό ή και αρνητικό) και μας ακολουθεί μια ζωή, αν δεν μπορέσουμε να αναγνωρίσουμε το κακό που μπορεί να μας κάνει, ώστε να αγωνιστούμε για πιο υγιείς σχέσεις. Μπορούν επίσης να γίνουν πολύ ντροπαλοί άνθρωποι, άνθρωποι με χαμηλή αυτοεκτίμηση, αποτέλεσμα της έλλειψης σεβασμού από τους γονείς τους σε αυτά. Αποφασίζω εγώ για εσένα γιατί εσύ δεν ξέρεις και δεν μπορείς να ξέρεις.

Συνεχίζεται Μέρος 3ο…