Ανησυχώ πολύ. Έχω ένα γιο σχεδόν 6 ετών. Δεν ξέρω, αν θα τα πάει καλά του χρόνου στην Α’ Δημοτικού. Η νηπιαγωγός μου λέει πως έχει μείνει πίσω σε σχέση με τα παιδιά της ηλικίας του. Δεν έχει μάθει ακόμα τα γράμματα και δεν συνεργάζεται εύκολα. Ακριβώς γι’αυτό το λόγο φοβάμαι πολύ τη Δυσλεξία. Έχω δίκιο να ανησυχώ;

Η Δυσλεξία είναι μια εγγενής Ειδική Μαθησιακή Δυσκολία στην ανάγνωση και τη γραφή. Για να εκφραστεί σε όλο της το εύρος πρέπει ένα παιδί να έχει φοιτήσει τουλάχιστον στην Α’ Δημοτικού, άρα να έχει διδαχθεί την ύλη της, η οποία είναι πολύ διαφορετική από την ύλη του νηπιαγωγείου. Τι σημαίνει όμως αυτό; Αυτό σημαίνει ότι τα «σημάδια» της Δυσλεξίας δεν μπορούν να φανούν πριν το παιδί διδαχθεί ανάγνωση και γραφή. κάτι που συμβαίνει μόνο στην Α’ τάξη και όχι στο νηπιαγωγείο. Τα παιδιά μας κατά τη φοίτησή τους στο νηπιαγωγείο διδάσκονται προανάγνωση και προγραφή, κατά τις οποίες κανένας δεν μπορεί να ισχυριστεί ότι «βλέπει» Δυσλεξία. Η μόνη δυσκολία που μπορεί να έχει το παιδί και αποτελεί ένα «καμπανάκι» για Δυσλεξία, είναι η αδυναμία του παιδιού να συμμετέχει στα λεγόμενα φωνολογικά παιχνίδια (η αδυναμία συμμετοχής δεν σημαίνει απαραίτητα Δυσλεξία). Τα παιχνίδια αυτά παίζονται ή θα έπρεπε να παίζονται στα νηπιαγωγεία και στόχο έχουν την ανάπτυξη της φωνολογικής επίγνωσης των παιδιών, δηλαδή την κατανόηση από μέρους τους ότι η πρόταση, η λέξη και η συλλαβή έχουν φωνολογική δομή. Οι προτάσεις αποτελούνται από μεγάλες φωνές που λέγονται λέξεις, οι λέξεις αποτελούνται από μικρότερες φωνές που λέγονται συλλαβές και οι συλλαβές από ακόμα μικρότερες φωνούλες που λέγονται φθόγγοι. Έχει αποδειχθεί πως η εξάσκηση των παιδιών σε αυτά τα παιχνίδια τα εισάγει ομαλότερα στη διδασκαλία της ανάγνωσης και της γραφής. Έχει παρατηρηθεί επίσης πως τα παιδιά με Δυσλεξία δεν έχουν καλή φωνολογική επίγνωση, δηλαδή δεν τα πηγαίνουν καλά σε αυτά τα παιχνίδια, η οποία είναι προαπαιτούμενο της ανάγνωσης και της γραφής στη γλώσσα μας. Γι’αυτό το λόγο, όταν παρατηρούμε έντονη και επίμονη δυσκολία ενός παιδιού στα φωνολογικά παιχνίδια, ανησυχούμε για Δυσλεξία.

Αν υπάρχει μια τέτοια δυσκολία σε ένα παιδί νηπιαγωγείου, δεν υπάρχει λόγος να μπούμε στη διαδικασία αναζήτησης βοήθειας, εκτός και αν η δασκάλα του παιδιού έχει παρατηρήσει κι άλλες δυσκολίες του παιδιού. Σε μια τέτοια περίπτωση θα μπορούσε να αξιολογηθεί το παιδί από έναν ψυχολόγο, γνωστικά και συναισθηματικά και αν υπάρχει ανάγκη, η δημιουργία ενός προγράμματος αποκατάστασης βασισμένο στις ανάγκες του παιδιού, όπως αυτές προέκυψαν από την αξιολόγησή του, είναι το επόμενο βήμα.

Η μητέρα στην αρχή του άρθρου δεν έχει λόγο να ανησυχεί για Δυσλεξία στην παρούσα φάση. Αν όμως η ανησυχία της είναι έντονη και ενισχύεται από την ανησυχία της νηπιαγωγού του παιδιού, θα μπορούσε να αναζητήσει βοήθεια από έναν ψυχολόγο ειδικευμένο στις Μαθησιακές Δυσκολίες. Εκείνος θα έχει στόχο να διαπιστώσει τυχόν γνωστική ή συναισθηματική ανωριμότητα του παιδιού αλλά και παράγοντες εσωτερικούς ή εξωτερικούς, που οδήγησαν σε αυτή την ανωριμότητα, η οποία με τη σειρά της είναι πιθανό να οδηγήσει το παιδί σε μαθησιακή δυσκολία, δυσκολία δηλαδή να πετύχει τους μαθησιακούς στόχους της τάξης του σε σχέση με τα παιδιά της ηλικίας του.